Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Στα ίδια μέρη


του Αλέξανδρου Βαναργιώτη

Ίσως φανεί περίεργο σε κάποιους το ότι επανέρχομαι συχνά στα γραπτά μου στο ίδιο μέρος, στο Δομοκό. Μια συμπαθητική επαρχιακή κωμόπολη είναι, όπως τόσες άλλες. Κι αν έχω γνωρίσει κωμοπόλεις στη ζωή μου... Δεν ξέρω τι να απαντήσω. Κάτι με έλκει. Σχεδόν κάθε φορά που πηγαίνω ή επιστρέφω από την Αθήνα περνάω και πίνω έναν καφέ στην κεντρική πλατεία. Είναι περίεργο πράγμα με τι συνδέεται ο άνθρωπος. Από τι γοητεύεται. Τι θυμάται. Έξι χρόνια έζησα στο Δομοκό. Εκεί τελείωσα τις πρώτες πέντε τάξεις του Δημοτικού. Μετά φύγαμε για τα Τρίκαλα. "Δυο καφενεία δυο σινεμά" που λέει και το τραγούδι. Το χειμώνα λειτουργούσε ως σινεμά μια αίθουσα εκδηλώσεων δίπλα στο τωρινό Δημαρχείο και το καλοκαίρι μια ταράτσα λίγο πιο κάτω, στην πλατεία. Εκεί είδα τις περιπέτειες του Οδυσσέα σε μια παλιά χολυγουντιανή εκδοχή, αλλά με πήρε ο ύπνος στη μέση. Οι γονείς στις ταινίες που είχαν ακατάλληλες σκηνές -καμιά αγκαλιά, τίποτε φιλιά, τέτοια- μας έκλειναν τα μάτια με το χέρι.

Για θερινά μπάνια περνούσε καθημερινά ο Μπεκερίδης και πηγαίναμε, όταν περίσσευαν χρήματα, στον Καραβόμυλο, έξω από τη Λαμία. Δυο μπάνια την ημέρα. Ένα στη θάλασσα κι ένα στο λεωφορείο. Είχε κέφι όμως. Ορισμένοι σιγοτραγουδούσαν συνοδεύοντας το κασετόφωνο του λεωφορείου: "Ο κυρ Θάνος πέθανε παραπονεμένος", με μια διάχυτη συγκίνηση στη φωνή τους όταν έλεγε "κάποιος αν του πλήρωνε κάτι λίγα χρέη θα 'χε τ' οργανάκι του, θα 'ταν στη ζωή" και " τον καημό του αλλουνού ποιος τον εννοεί;" Ένα ακόμη τραγούδι με επιτυχία, απ' όσο θυμάμαι, ήταν το "Έβαλε ο διαβολάκος την ουρά του πάλι", και άλλα, σουξέ της εποχής. Υπήρχαν και διάφοροι "σαρδανάπαλοι" που έλεγαν σόκιν ανέκδοτα στις γυναίκες. Μερικές ξεκαρδίζονταν στα γέλια, ενώ άλλες τους επιτίθονταν με λόγια προσβλητικά λέγοντας ως επωδό "έχουμε και μικρά παιδιά εδώ, θα έπρεπε να ντρέπεσθε". Τα κουτσομπολιά όμως ανάμεσα στις γυναίκες έδιναν και έπαιρναν. Τότε έμαθα για κάποια κορίτσια που ήρθαν από γειτονικά χωριά για να πάνε στο γυμνάσιο και έμπαζαν στο σπίτι το βράδυ άντρες. Και για κάτι άλλα "αχαρακτήριστα" που τόλμησαν να φορέσουν μίνι. Στη θάλασσα ήμασταν και στις 20 του Ιουλίου το '74. Μια μέρα μουντή. Τη θυμάμαι σαν τώρα. Συννεφόκαμα. Μετά το μπάνιο η μητέρα μας άλειψε νιβέα. Μας έδωσε από ένα κομμάτι ψωμί και μια φέτα ζαμπόν από κονσέρβα και περιμέναμε το λεωφορείο. Πήγα κοντά σε κάτι ψαράδες και τους παρακολουθούσα που έριχναν τις πετονιές. Ξαφνικά ουρλιαχτά και σειρήνες. Ένα αγροτικό με μεγάφωνο γύριζε στους δρόμους και επαναλάμβανε: "Γενική επιστράτευση, όλοι οι άντρες... να παρουσιαστούν..."

"Πόλεμος", έλεγαν αναστατωμένοι οι λουόμενοι και σκουπίζονταν γρήγορα. "Πόλεμος". Το λεωφορείο γέμισε άντρες που έσπευδαν να καταταγούν. Μανάδες, γυναίκες και αδελφές τους αγκάλιαζαν και έκλαιγαν. Πηγαίναμε σημειωτόν και όλο σταματούσαμε και παίρναμε κι άλλους. Μέχρι που ο οδηγός είπε: "Φτάνει. Έχω και μικρά παιδιά στο λεωφορείο. Θα πάθουμε κανένα ατύχημα!" Στο σπίτι δεν βρήκαμε τον πατέρα. Με την υπηρεσία εφάρμοσαν πρόγραμμα διασποράς. Το βράδυ μας ειδοποίησε να μην ανησυχούμε, ότι ήταν καλά.

Δύσκολα χρόνια, αλλά ήμουν ευτυχισμένος. Είχα τους γονείς μου, ένιωθα ασφάλεια. Έπαιζα έξω όλη μέρα. Υπήρχε πολλή φύση και ο αέρας είχε μια μυρωδιά, ένα άρωμα. Ακόμα και το νερό είχε γεύση.

Δεν μπορώ όμως να πω με σιγουριά τι απ' όλα αυτά πλέχτηκε στην ψυχή μου και σαν ζακέτα τη ζεσταίνει, όταν ανατρέχω στις μνήμες ή επισκέπτομαι το Δομοκό.

"Θα αλλάξουν όλα εδώ", μου είπε με χαρά ο ιδιοκτήτης μιας καφετερίας σε κάποια από τις τελευταίες επισκέψεις μου. "Θα μπουν πλάκες, θα γίνει η πλατεία αγνώριστη. Καιρός ήταν, είναι έτσι από το '70".

"Θα είναι πάντα η κεντρική πλατεία του Δομοκού", του απάντησα και έφυγα.


Η φωτογραφία δείχνει ένα παλιό σπίτι στο Δομοκό και την δανείστηκα από τη Μαρία Καραχρήστου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου