Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Η Ιστορία του Αγωνιστή Τάσου Σβορώνου: Λίθοι στη Λήθη

 
της Χριστίνας Παναγιώτου


Μ’ αυτόν τον ευρηματικό τίτλο, με δύο λέξεις ομόηχες, δύο λέξεις που προφέρονται ίδια, 2 ουσιαστικά ομώνυμα, κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο της Αρετής Γεωργοσοπούλου-Μακρέλ από τις εκδόσεις «Μαίστρος».

Στο εξώφυλλο, σ’ ένα μελαγχολικό φόντο, γκρίζο, θολό, γεμάτο σταγόνες βροχής ή δάκρυα ίσως, πάνω από συρματοπλέγματα, η εικόνα ενός στρατιώτη. Είναι ο Τάσος Σβορώνος, μια μορφή, ένας αγωνιστής που βίωσε τον πόλεμο, την εθνική αντίσταση, τον εμφύλιο, όλα εκείνα τα πέτρινα χρόνια.

Μια μυθιστορηματική βιογραφία είναι το βιβλίο.

Ο ήρωάς μας, ο ήρωας του μυθιστορήματος –95 χρονών σήμερα– γεννήθηκε στη Σάμο, μαρτυρικό νησί στην Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Εκεί πήγε η συγγραφέας, να τον συναντήσει, να της μιλήσει ο ίδιος για την περιπετειώδη ζωή του, ζωή ενός αιώνα, κι’ εκείνη να καταγράψει και ν’ αναπτύξει με το δικό της πλούσιο, αφηγηματικό τρόπο, όσα της εξομολογήθηκε.

Φτωχή ήταν η οικογένεια του Τάσου Σβορώνου. Φτωχό, μα προκομμένο κι έξυπνο παιδί, δούλευε από μικρός στην οικοδομή. Έπιαναν τα χέρια του. Του άρεσε να γραπώνεται απο τη σκαλωσιά, ν’ αναπνέει τον αέρα, να βλέπει τον ήλιο. Στη σκαλωσιά ανεβασμένος ήταν, όταν κυρήχθηκε ο πόλεμος.

Και μεις θυμόμαστε....

Το 1940 οι Ιταλοί μπήκαν στην Ελλάδα. Η Ελληνική αντεπίθεση ήταν ηρωϊκή. Όμως, ενώ ο Ελληνοιταλικός πόλεμος συνεχιζόταν, οι Γερμανοί έκαμψαν τη γενναία Ελληνική αντίσταση και μπήκαν στην Αθήνα. Η εξόριστη Ελληνική κυβέρνηση εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο. Εκεί στη Β. Αφρική υπήρχε δυνατό μέτωπο. Συμμαχικές δυνάμεις, μαζί και Ελληνικές, μετά από μάχες πολύμηνες απέκρουσαν τα Γερμανικά και Ιταλικά στρατεύματα.

Ο Τάσος Σβορώνος αποφάσισε να πάει εθελοντής στο στρατό. Κι από δω αρχίζουν οι περιπέτειές του. Από πόλη σε πόλη και μετά την κατάρρευση του ιταλικού μετώπου από χωριό σε χωριό και από νησί σε νησί βρέθηκε στην Τουρκία. Ήθελε να φτάσει στην Αίγυπτο. Τα μέτωπα της Αφρικής είχαν ανάγκη από άνδρες. Εκεί ήταν όλες οι ελπίδες για λευτεριά.

Να θυμηθούμε πάλι...

Από την άνοιξη του 1941, η Ελλάδα βρίσκεται σε κατοχή Γερμανική, Βουλγαρική (Μακεδονία-Θράκη), Ιταλική στα Επτάνησα και πολλά νησιά του Αιγαίου με ό,τι σήμαινε αυτό. Δέσμευση οικονομικών πόρων, έλλειψη ειδών πρώτης ανάγκης, πείνα, μαύρη αγορά, συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις. Η Εθνική αντίσταση στα βουνά και στις πόλεις ήταν πάρα πάνω από ηρωϊκή. 500.000 Έλληνες ένοπλοι και άμαχοι χάθηκαν στον αγώνα κατά των κατακτητών.

Στην Σάμο αναπτύχθηκε ένα πολύ δυνατό κίνημα αντίστασης. Το νησί γειτόνευε με την Τουρκία. Στις ακτές της Τουρκίας πολλοί αντιστασιακοί Σαμιώτες έρχονταν σ’επαφή με τους Άγγλους πράκτορες που είχαν εγκατασταθεί στα παράλια. Έτσι οι αντάρτες της Σάμου ανέλαβαν πολλές επιχειρήσεις εναντίον των Ιταλών κατακτητών του νησιού. Με την αποχώρηση των Ιταλών, το 1943, η Σάμος βρέθηκε ελεύθερη. Στο νησί σχηματίστηκε προσωρινή κυβέρνηση με επικεφαλής τον μητροπολίτη Ειρηναίο. Δύο μήνες μετά, οι Γερμανοί βομβάρδισαν το νησί. Πολλοί αντάρτες κατέφυγαν στην Τουρκία, άλλοι συνέχισαν τον αγώνα στα βουνά. Το 1/3 του πληθυσμού της Σάμου έφυγε για τη Μέση Ανατολή.


Ο ήρωάς μας περιπλανήθηκε, κρατήθηκε στις φυλακές της Σμύρνης, πήγε Πέργαμο, Νίγδη, Άδανα, Λίβανο, Παλαιστίνη. Από στρατόπεδο σε στρατόπεδο...... Αποφάσισε να γραφτεί στην γνωστή τότε ΑΣΟ (Αντιφασιστική, Στρατιωτική Οργάνωση). Έτσι απέκτησε την «στάμπα», μια στάμπα που θα τον κυνηγούσε χρόνια σαν στοιχειό. Ένας ήσυχος, άκακος άνθρωπος ο Σβορώνος, μπήκε στην περιβόητη λίστα, κατηγορούμενος για επαναστατική, ανθελληνική συμπεριφορά ως κινηματίας και ταραχοποιός.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1944 ο Ελληνικός λαός πανηγύριζε την απελευθέρωση. Η Ελληνική κυβέρνηση που βρισκόταν στην Αίγυπτο ανέλαβε εξουσία στην Αθήνα. Ο πόλεμος τελείωσε.

Ο Σβορώνος, όπως και άλλοι Σαμιώτες γύρισε στο νησί του, έσμιξε με την οικογένειά του, έπιασε γρήγορα δουλειά στην οικοδομή, αρπάχτηκε απ’ τα δοκάρια κι άρχισε ν’ ανεβαίνει ψηλά και ν’ αγναντεύει από κει το πανέμορφο τοπίο του νησιού του, ν’ αναπνέει τον αέρα της θάλασσας μαζί με τον αέρα της λευτεριάς, που τόσα χρόνια είχε στερηθεί.

Αλλά....

Ενώ τα κράτη της Ευρώπης, μετά τον πόλεμο, προσπαθούν να συνέλθουν και να ανασυγκροτηθούν, στην Ελλάδα άρχισε ο πιο φονικός, αδελφοκτόνος πόλεμος, ο εμφύλιος. Πολλές οι συγκρούσεις ανάμεσα στον Κυβερνητικό Στρατό που υποστήριζαν οι Εγγλέζοι για τους δικούς τους λόγους και τον Δημοκρατικό Στρατό που τον συγκροτούσαν ένοπλες αριστερές ομάδες. Χιλιάδες αριστεροί πολίτες οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κι όταν αποσύρθηκαν οι Άγγλοι, πήραν ενεργό ρόλο στην Ελλάδα οι Αμερικάνοι. Ο Δημοκρατικός Στρατός νικήθηκε τελικά. Ο εμφύλιος στην Ελλάδα έληξε. Ήταν Αύγουστος του 1949.

Στη Σάμο έρχεται νομάρχης ο περιβότητος Κούσουλας, σκληρός εθνικόφρων, μοβόρος, αιμοχαρής, ο κακός δαίμονας της Σάμου, όπως είναι γνωστός. Είχε και τον προσωπικό του στρατό, 1500 Μάηδες (τα ΜΑΥ ήταν Μονάδες Ασφάλειας Υπαίθρου) Ήθελαν να προστατέψουν το νησί από το Δημοκρατικό Στρατό. Ήθελαν να «καθαρίσουν» το νησί. Όσους είχαν πάει στη Μέση Ανατολή τους αποκαλούσαν προδότες, εγκληματίες, εχθρούς της πατρίδας.

Έτσι οι Σαμιώτες χωρίσθηκαν σε καλοί και κακοί, σε χρήσιμοι και περισσευούμενοι, σε πατριώτες και προδότες. Το άγριο θεριό του διχασμού αλώνιζε και τη Σάμο, όπως όλη την Ελλάδα.


Ο ήρωάς μας αναγκάστηκε να κρύβεται. Το στρατοδικείο αργότερα αποφάσισε γι’ αυτόν, «15 χρόνια εξορίας», στα Γιούρα, σ’ αυτόν τον «ανεμοδαρμένο βράχο, το άγριο, κακοτράχαλο, άγονο ξερονήσι»

Καταπιάστηκε με δουλειές, μικροκατασκευές, μερεμέτια και σκηνικά για το θέατρο. Ναι, είχαν στήσει και θέατρο οι κρατούμενοι στα Γιούρα.

Και τι δεν έκαναν πράγματι οι κρατούμενοι, για να αντέξει το μυαλό, να μην παραλογιάσουν από τις φωνές, το ξύλο, τις απειλές, τις αυθαίρετες εκτελέσεις.

Από τη Γιάρο, ο Σβορώνος μεταφέρθηκε στις φυλακές της Αίγινας. Λευτερώθηκε μετά από 3 αιτήσεις και 3 απορριπτικές αποφάσεις. Είχε μπει το 1958. Αποχαιρέτησε τους συντρόφους...

Γύρισε στη Σάμο. Γύρισε και στην οικοδομή. Μα κι εκεί δεν έπαψαν να τον κυνηγούν. Το μίσος, η μισαλλοδοξία, η διχόνοια καλά κρατούσε ακόμη στην Ελλάδα και στη μικρή Σάμο.

Είχε πενηνταρίσει πια. Παντρεύτηκε. Άρχισε να στήνει το σπιτικό του.

Ήταν πάλι στην οικοδομή, όταν άκουσε για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου.

«Είσαι υπό κράτηση» του είπαν. Και πάλι επιστροφή στα Γιούρα, εκεί στο Γολγοθά του, στο νησί της κόλασης.

Σαν λευτερώθηκε, πήρε πάλι το μυστρί, το καλέμι, τις βούρτσες και αρπάχτηκε στη σκαλωσιά. Είχε οικογένεια, 2 παιδιά. Πάλευε να κλείσει τις πληγές του. Κι η μικρή κοινωνία της Σάμου προσπαθούσε να κλείσει τις πληγές της. Χρειάζονταν όμως πολλά χρόνια ακόμη. Οι πληγές κλείνουν, μα τα σημάδια παραμένουν, ειδικά στα μικρά μέρη.

Ο ίδιος θα ’θελε τώρα στα βαθιά γεράματα να πάρει μαζί του αυτές τις θύμησες, αυτό το πετροβόλημα που γεύτηκε στη ζωή του. Όλη του η ζωή λιθάρια, πέτρες. Πέτρες στους τόπους εξορίας, λιθάρια στις σκηνές, λιθοβολισμός στα σύρματα, λιθοβολισμός στην πατρίδα.. Και στη δουλειά ακόμη, λιθοβολισμός. Λιθοβολισμός και κοινωνικός αποκλεισμός. Θα ’θελε να παραδώσει στη λήθη, στη λησμονιά, αυτούς τους λίθους, αλλά και η λήθη απ’ την άλλη πλευρά είναι εχθρός για τον άνθρωπο που θέλει να πάει μπροστά. Γι’ αυτό και μίλησε. Προτίμησε να ρίξει « λίθους στη λήθη».

Αυτή είναι η ιστορία του Τάσου Σβορώνου, που η συγγραφέας λέει πως είναι ένας από τους λίγους ανθρώπους που πορεύτηκε στα χνάρια της ιδεολογίας του με συνέπεια, αξιοπρέπεια και εντιμότητα.

Η αφήγησή του απλή, βιωματική, πήρε μυθιστορηματική μορφή, με άριστη πλοκή, πολλές ανατροπές, πολλή αλήθεια και πολύ συναίσθημα. Ο λόγος μεστός, πλούσιος, λογοτεχνικός, στοχαστικός και ανθρώπινος. Κυλάει γρήγορα, ευχάριστα και ομαλά χωρίς κομπιάσματα και παρεκβάσεις. Η γραφή εξαιρετική, γεμάτη γλαφυρές περιγραφές και παραστατικές εικόνες. Οι εικόνες από τα μέρη της Σάμου, όπως περιγράφονται, είναι ιδιαίτερα όμορφες, ζωντανές και αληθινές. Αλλά και αυτές των τόπων εξορίας είναι ζωηρές, δυνατές, όσο και συγκλονιστικές.

Τα πρόσωπα σκιαγραφούνται με αριστοτεχνικό τρόπο. Η τραγική φιγούρα της μάνας, αλλά και της γυναίκας του ήρωα, ο φίλος Ιταλός Τζιάκομο, πολλοί εξόριστοι σύντροφοι, αλλά και οι διώκτες του ζωντανεύουν δραματικά με την αφήγηση.

Σκοπός της συγγραφέως ήταν να προβάλει και ν’ αναδείξει την προσφορά αυτού του ανθρώπου που δεν τον λύγισαν, δεν τον αποκτήνωσαν, που δεν μιμήθηκε τους διώκτες και τους βασανιστές του. Κράτησε την ανθρωπιά του και μέσα από την υπέρμετρη αρετή φάνηκε η ανιδιοτελής προσφορά του. Η συγγραφέας θέλει ακόμα να μας πει, πως μέσα από τα λάθη μας πρέπει να διδασκόμαστε και να μαθαίνουμε.

Στο πρώτο βιβλίο της με τίτλο «33% Αντάρτης», μια μυθιστορηματική βιογραφία επίσης, ο ήρωας, ένας αγωνιστής στην αντίσταση, που τυχαίνει να είναι ο πατέρας της, ήταν, την ίδια εποχή, στην αντίπαλη οργάνωση από τον Σβορώνο. Κι όμως αυτοί οι 2 άνθρωποι ήταν καλοί φίλοι και αργότερα εξ αγχιστείας συγγενείς. Συμβίωσαν, αυτοί που το σύστημα τούς είχε ορκίσει εχθρούς. Έτσι, με τα 2 βιβλία της, η συγγραφέας εκφράζει την αντίθεσή της στον εμφύλιο και δηλώνει τη συνειδησιακή της θέση. «Πρέπει να συμπονέσουμε, να αγαπήσουμε τον άνθρωπο, για να επιδιώξουμε να φτάσουμε και να πετύχουμε την κοινωνική συνοχή».

Πάνω απ’ όλα όμως το βιβλίο είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο και ως τέτοιο κρατήθηκε στο ιστορικό αρχείο της Σάμου.

Διάβασα αυτό το δεύτερο βιβλίο της Αρετής, το «Λίθοι στη Λήθη» με αμείωτο ενδιαφέρον απο την αρχή ώς το τέλος. Με ταξίδεψε σε μέρη μακρινά, στην Τουρκία και στην Μέση Ανατολή. Με περπάτησε σε τόπους της Ελλάδας, μου θύμισε τα πάθη του 20ού αιώνα. Άλλοτε με θύμωσε και άλλοτε με γαλήνεψε. Με έβαλε σε σκέψεις και έντονο προβληματισμό, με συγκίνησε πολύ και με συγκλόνισε.

Ήταν η ίδια η ζωή του ήρωα, η έμπνευση της συγγραφέως, τα γεγονότα, οι τόποι; Ήταν όλα αυτά και η αντίληψη «να μην ξεχνάμε», όχι στη λήθη, «Λίθοι στη Λήθη».



Η ομιλία εκφωνήθησε σε εκδήλωση, ιστορική και λογοτεχνική βραδιά, την Τετάρτη 30 Οκτωβρίου στις 7:00 μμ στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ραφήνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου