Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Πουέντ κι ένας δίσκος με σπιτικούς κουραμπιέδες






της Τόνιας Μασουρίδου-Bouchard


...Έβγαλε τα τακούνια της και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Να δεις που θα φορέσει τις πουέντ και θα μου κάνει επίδειξη», σκέφτηκα. Πραγματικά, έσκυψε να πάρει τα παπούτσια και τότε ένα φοβερό κρακ ανέτρεψε όλο το σκηνικό. Έπιασε κατάχλομη τη μέση της, μορφάζοντας πονεμένα. «Καταραμένα αρθριτικά!» βόγκηξε και έμεινε κουβαριασμένη. Το λουλούδι απ’ τα μαλλιά της έπεσε στην κουρελού. Ο γάτος πήγε κοντά της.

«Γέρασα Μωρίς, το βλέπεις κι εσύ, έτσι δεν είναι;» απευθύνθηκε στο ζώο που είχε κουρνιάσει στα πόδια της.

Για κάμποση ώρα έμεινε έτσι διπλωμένη και βουβή. Η σόμπα πήγαινε να σβήσει.

Κάποια στιγμή κοίταξε το ρολόι, σηκώνοντας το κεφάλι κουρασμένα. «Τέτοια ώρα δεν πρόκειται πια να έρθει κανείς», μονολόγησε και σηκώθηκε με κόπο. Πέταξε το χρυσαφί σάλι στην καρέκλα και τυλίχτηκε σε μια χοντρή ρόμπα. Πρέπει να πονούσε πολύ, γιατί κούτσαινε. Ωστόσο περίμενα κάτι να μου πει για τις λαμπρές πρεμιέρες, τους μαέστρους, τις ορχήστρες...

Εκείνη όμως, σέρνοντας τα πόδια της κάθισε απέναντι μου στο τραπέζι. Ξεδίπλωσε τους κουραμπιέδες απ’ τη ζελατίνα, έβαλε δύο σε ένα πιάτο και άρχισε να τρώει.


(απόσπασμα από το διήγημα "Ένας δίσκος με σπιτικούς κουραμπιέδες")


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου