Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Λευτερωθήκαμε!



– Λευτερωθήκαμε, λευτερωθήκαμε...



Ντύνομαι και τρέχω έξω αλλοπαρμένος. Θέλω να είμαι εκεί, μαζί τους, όλοι ενωμένοι, όλοι ένα. Το θέαμα είναι μοναδικό. Αξίζει να υπομείνει κανείς τόσα δεινά γι’ αυτή τη στιγμή. Χίλιες φορές αξίζει. Είναι η απόλυτη ευτυχία, η απόλυτη χαρά. Αφήνομαι στην μεθυστική ηδονή εκείνων των στιγμών. Οι εξαντλημένες μορφές γύρω μου παραδίνονται σ' αυτό το ξέφρενο πανηγύρι. Στην αρχή οι κινήσεις τους είναι πάλι διαφορετικές. Ορισμένοι εξαϋλωμένοι από την πείνα προσπαθούν να βρουν το ρυθμό τους, αλλά το σώμα τους δεν συγχρονίζεται με την ψυχή τους. Μόνο τα μάτια τους φλέγονται από τη χαρά την ελεύθερης πατρίδας – εκεί βγαίνει όλη η έξαψη που αρχίζει και τους συμπαρασύρει. Και σε λίγο βγαίνει ο ρυθμός της φυλής – τα ισχνά μέλη βρίσκουν την πλαστικότητά τους και όλοι ενορχηστρώνονται κάτω από τον ίδιο μαέστρο.

Μπερδεύομαι μαζί τους και κινούμαστε προς την Ευαγγελίστρια που ακόμα σείεται από τους χτύπους της μεγάλης καμπάνας που πάει κι έρχεται. Η καρδιά μου και το κορμί μου έχουν γίνει ένα, συνταράζονται συθέμελα. Κάθε μόριο της ύπαρξης μου έχει μουδιάσει. Όλοι μαζί φωνάζουμε, κλαίμε, γελάμε. Ξαφνικά δυο γυναίκες πέφτουν με ορμή πάνω μου. Είναι η μητέρα και η αδελφή του Χρήστου Νικολουδάκη που τόσα χρόνια προστάτευσε την ζωή μου, βάζοντας την δική του μπροστά άπειρες φορές. Λίγο πιό κάτω σταματάω,γυρίζω το κεφάλι κοιτάζοντας ψηλά και την βλέπω. Είναι εκεί μπροστά μου, λικνίζεται με σκέρτσο στο αεράκι του Οκτώβρη, πανέμορφη και περήφανη μέσα στο άπλετο φως, η Ελληνική σημαία. Έξω απ’ το καφενείο ΕΛΛΑΣ γέροι με παιδιά, γυναίκες κι άντρες όλοι μαζί σαν αδελφωμένοι πανηγυρίζουν, και πανηγυρίζουν διπλά για τον εαυτό τους και για αυτούς που χάθηκαν και δεν πρόλαβαν αυτή τη στιγμή,γιατί τους το 'χουν υποσχεθεί. 12 Οκτώβρη 1944.

Εκεί πέρα ο κόσμος αυτός γράφει την ιστορία του μέσα απ’ αυτό το ξέφρενο ξέσπασμα. Δίνει την απάντηση του στον φασισμό και στη σκλαβιά. Είναι όλοι εκεί. Ο Πειραιάς, η πανέμορφη πόλη που γεννήθηκα, θ’ αναστηθεί, θα ξαναζωντανέψει, θα φύγει η σκοτεινιά, η πείνα, ο τρόμος, ο εξευτελισμός. Τους κοιτώ από κοντά, όλοι κλαίνε, μα ξεχωρίζουν αυτοί που κλαίνε και λυτρώνονται, απ’ αυτούς που κλαίνε για εκείνους που έφυγαν γρήγορα, δοξασμένα, δίκαια η άδικα, από γενναίο αντίπαλο ή δειλό προδότη. Εκεί στην καρδιά του Πειραιά η Ελλάδα δονείται. Οι αρχέγονες μυστικές φωνές της δοξασμένης φυλής ενώνονται με τους ήχους της εκκλησίας και υψώνονται στον ουρανό. Τα ρίγη διατρέχουν το κορμί μου που αρνείται να κουνηθεί, να μη χάσει τίποτα απ’ την μαγεία αυτή, στέκομαι εκεί κι αφήνω τη χαρά και την έκσταση να με συνεπάρει.

Τέσσερα χρόνια τρομακτικά, φοβερά που με πλάκωναν, έφυγαν από πάνω μου μονομιάς. Αισθάνομαι γεμάτος, ανθρώπινος, δικαιωμένος και περήφανος που έχω συνεισφέρει κάτι ελάχιστο κι εγώ για αυτή τη μεγαλειώδη και μοναδική στιγμή. Αυτά που ζω δεν θα τα ξαναζήσω ποτέ, δεν θα νιώσω έτσι, δεν θα γευτώ τέτοια χαρά – αυτό μια φορά κανείς το ζει και χαίρομαι, χαίρομαι αφάνταστα. Να 'το μπροστά μου τώρα το όραμα, μ’ αυτό πορεύτηκα όλα τούτα τα χρόνια, να 'το τώρα αληθινό. Να λοιπόν που άξιζε κάθε στιγμή, κάθε ύστατη προσπάθεια και ρίσκο – έτσι τώρα εκεί τολμώ να εντάξω τον εαυτό μου στη λαϊκή ψυχή των αγνών πατριωτών, απέναντι και μακριά από τους δειλούς και τους προδότες.



Απόσπασμα από το βιβλίο της Αρετής Γεωργοσοπούλου Μακρέλ, 33% Αντάρτης, για την απελευθέρωση του Πειραιά και της Αθήνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου