Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Τα Αναφιώτικα



του Βίκτορα Ιβάνοβιτς

Στα χρόνια του Ρομαντισμού φαινόταν αδιανόητο η διάπλαση ενός λογίου από την Εσπερία, κυρίως όταν ήταν και αριστοκράτης, να μη περιελάμβανε το περιβόητο «παιδευτικό ταξίδι», το επονομαζόμενο Grand Tour. Με ενδεχόμενη αφετηρία τον ελάσσονα νοτιοευρωπαϊκό «εξωτισμό» της Ιταλίας ή της Ισπανίας, το συγκεκριμένο ταξίδι διέτρεχε απαραιτήτως την Ελλάδα και την καθ’ ημάς Ανατολή, με την Κωνσταντινούπολη και τους Αγίους Τόπους, για να καταλήξει ενίοτε στην Αίγυπτο. ο δε σκοπός του ήταν να φέρει σε επαφή τους «τουρίστες», όπως τους αποκαλούσε εις εξ αυτών (ο Stendhal), με τις ανατολικές ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Φυλλομετρώντας την πλούσια φιλολογία του «περιηγητισμού», διαπιστώνουμε εντούτοις ότι οι ίδιοι οι «ενδιαφερόμενοι» αποζητούσαν μάλλον την ζώσα εμπειρία της Ανατολής, βιωμένη σε ενεστώτα χρόνο, παρά την ανασκόπηση του «αρχαιολογικού» παρελθόντος της. Μεγαλωμένοι στον ομιχλώδη και ψυχρό Βορρά, έχοντας υποστεί αφόρητη καταπίεση των εφηβικών τους ορμών και ενστίκτων σε αυστηρότατα προτεστάντικα ή ιησουϊτικά Κολέγια, οι νεαροί περιηγητές βιώνουν τώρα, για πρώτη φορά - με την ματιά τους, την σοφία του άπλετου φωτός. με το δέρμα τους, την τόλμη της γύμνιας κάτω από την ηδονική θωπεία του ήλιου. με τον νου τους, μια νοοτροπία που ουδέποτε αποδέχτηκε τον διαχωρισμό του πνεύματος από το σώμα, και πάντα πρέσβευε την αμοιβαιότητα και την διάδρασή τους. Έτσι, από «παιδευτικό», το ταξίδι τους μεταβάλλεται σε μυητικό, με αντικείμενο εκείνο που, αργότερα, ο Ελύτης θα ονόμαζε «αγιότητα των αισθήσεων».

Πιστεύω ότι ιδιάζων αυτός αισθησιασμός του Grand Tour έγινε αφορμή και έναυσμα για ουκ ολίγους «προσηλυτισμούς» μεταξύ των «τουριστών», από τον πρώιμο «οριενταλισμό» του Byron, τον αφελή ίσως, αλλά διόλου επιπόλαιο (αφού γι’ αυτόν κατέθεσε μαρτυρία με την ζωή του), έως την όψιμη πνευματική επιλογή του Γάλλου René Guenon, μυστικού του «εσωτερισμού», ο οποίος διήγαγε τον ώριμο βίο του στο Κάιρο, ως σεΐχης Yahyia.
*

Σ’ αυτήν την παράδοση ανήκει κατά την γνώμη μου και το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, τα Αναφιώτικα της καταξιωμένης γαλλόφωνης ποιήτριας Ilona de la Luna. Δεν είναι επουσιώδες να αναφέρουμε ότι πίσω από το ψευδώνυμο αυτό κρύβεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, μία Jagiello, που οι πρόγονοί κατείχαν κάποτε το σκήπτρο και το στέμμα της Πολωνίας. Για την Ilona von Ledebur Jagiello (που εδώ και χρόνια ζει και εργάζεται στην Ελλάδα), η λογιοσύνη και η αρχοντιά είναι λοιπόν τα «γονίδια» δια των οποίων συγγενεύει τυπολογικά με τους πάλαι ποτέ ρομαντικούς πλάνητες του Βορρά, που αναζητούσαν και εύρισκαν καταφύγιο κάτω από γαλανότερους ουρανούς.

Βεβαίως, η σημερινή «προσήλυτη περιηγήτρια» δεν μας έρχεται απ’ ευθείας από τον λογοτεχνικό χώρο του Ρομαντισμού, αλλά μάλλον από μίαν, ούτως ειπείν, υπερρεαλίζουσα επικράτεια. Έτσι, διαφορετικά από προηγούμενες περιπτώσεις, το οδοιπορικό της ξετυλίγεται κυρίως στην περιοχή του ονείρου ή, για την ακρίβεια, καταργεί τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ εγρήγορσης και ονείρου. Διαφορά ωστόσο πολύ σχετική, επειδή, όπως επανειλημμένως τονίστηκε, ο ίδιος ο Υπερρεαλισμός τι άλλο είναι παρά ένας Ρομαντισμός à outrance;

Έτσι λοιπόν, στο βιβλίο της Ιλόνας τα ρομαντικά χαρακτηριστικά του περιηγητισμού δεν αλλοιώνονται, αλλά προεκτείνονται και εμβαθύνονται σε μιαν άλλη διάσταση.

Για παράδειγμα, ο προσηλυτισμός του περιηγητού καθίσταται για την λυρική και αφηγηματική persona του έργου (αυτο)θεοποίηση, ενώ τα λαϊκά Αναφιώτικα, στην κορυφή του Ιερού Βράχου, ανάγονται σε προσωπικό της Όλυμπο. Μέσα στην ίδια λογική, ο αισθησιασμός της ρομαντικής περιήγησης εξειδικεύεται σε υπερβατικά συμφραζόμενα, και το βιβλίο καταγράφει τις εμπειρίες της «θεάς» που συνευρίσκεται με τους «θνητούς», μέσα από τον Έρωτα και την Τέχνη, σε μία οργιαστική μέθεξη σωματικής και πνευματικής ελευθερίας.

Ως εκ τούτου, κατά την δική μου αντίληψη, τα Αναφιώτικα συνιστούν ένα σπάνιο, στις μέρες μας, δείγμα αναβίωσης του διονυσιακού στοιχείου, που σαν να εκπορεύεται από τα ευγενικά οράματα του Nietzsche.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου