Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Μια Ανάγνωση του Σεφέρη μέσα από ένα Βιβλίο


του Μιχάλη Γ. Μερακλή

Ο κύριος Χρήστος Αντωνίου μας χαρίζει με το βιβλίο του Εννιά Γοργόνες και Χιλιάδες Άρματα Δρεπανηφόρα: Σπουδή στον Σεφέρη, εκδόσεις Μαΐστρος, 2008, δίπλα σε άλλα, άλλων, ένα ιδιαίτερα χρήσιμο όργανο για την κατανόηση του ποιητικού έργου του Γιώργου Σεφέρη. Ποιητής και ο ίδιος, έδωσε κιόλας στο βιβλίο έναν ποιητικό και υποβλητικό τίτλο, συζευγνύοντας δύο στοιχεία: τις εννιά φορές, όπου ο Σεφέρης μνημονεύει, ως το 1937, τη γοργόνα με ένα κεντρικό νόημα, αλλά και άλλα επιμέρους νοήματα, και ένα ημιστίχιο από το ποίημα «Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου», που το έγραψε γυρίζοντας από την Κορυτσά (άνοιξη του 1938), όπου υπηρετούσε, κι ενώ στην Ελλάδα είχε εγκαθιδρυθεί για καλά η μεταξική δικτατορία. Εξηγεί ο κ. Αντωνίου γιατί η αναφορά στη γοργόνα σταματά το 1937, ήδη στην εισαγωγή του: «το πλούσιο όραμα που συμβόλιζε η “γοργόνα” απομακρύνεται οριστικά». Εξηγεί και τη διατύπωση του Σεφέρη («χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα»),
με αναφορά στον πόλεμο, που τα προαναγγέλματά του στέλνει στον κόσμο ο Χίτλερ, αλλά και ο Μουσολίνι.


Εν σχέσει με τη γοργόνα γράφει ακόμα εισαγωγικά ο κ. Αντωνίου: «Η χειροποίητη ποιητική συλλογή του, Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β΄, που έχει στο εξώφυλλό της μια ανάπηρη γοργόνα, αποκαλύπτει το οδυνηρό βίωμα του ποιητή στη διάρκεια του πολέμου, τη θετική στάση του απέναντι στην εθνική αντίσταση, τις καλές προθέσεις του για συμφιλίωση των παρατάξεων, την κριτική του για την ιδιοτέλεια των Ελλήνων πολιτικών στην Αίγυπτο, την ανησυχία του για τον εμφύλιο που ερχόταν». Ο κ. Αντωνίου με ευχαριστεί στον πρόλογό του γιατί, όπως γράφει, διάβασα τα κείμενά του και τον παρότρυνα να τα εκδώσει. Πράγματι, άξιζε να δουν το φως της δημοσιότητας τα κείμενα αυτά, τα οποία, εν πρώτοις, διδάσκουν γλώσσα, μ’ ένα λόγον άξιο ενός καλού φιλολόγου, άρτιο στην καθαρότητά του, σαφή –για όχι ιδιαίτερα σαφή ποιήματα–, άρα και παιδαγωγικά ευεργετικό. Και άξιζε ακόμα να δημοσιευτούν για να δώσουν, και αυτά, την αφορμή για μια σκόπιμη συζήτηση, καθώς ο καιρός αυτός το ζητεί. Ύστερα από μια μακρά περίοδο αποκλειστικά Ο καταφατικής, χωρίς ίχνος σχεδόν κανένα επιφύλαξης, αντιμετώπισης του Σεφέρη, εμφανίστηκε, εδώ και λίγον καιρό, μια κατάσταση αμφισβήτησης ή όχι απολύτως αποδοχής. Χαρακτηριστική ίσως είναι η παράγραφος, με την οποία κλείνει την εισαγωγή του και ο κ. Αντωνίου και στην οποία, με την ευπρέπεια και τη
διακριτικότητα, που διακρίνει τον όλο βίο και τη συμπεριφορά του, σχεδόν απολογείται για μια «καλοπροαίρετη κριτική», που διατυπώνεται «σε λίγα σημεία» του κειμένου του.

Θα σταθώ, ενδεικτικά, στο πρώτο ποίημα που ερμηνεύει ο κ. Αντωνίου. Είναι το ποίημα «Πάνω σ’ έναν Ξένο Στίχο». Στην ερμηνεία του ο κ. Αντωνίου επωφελείται αποτελεσματικά (όπως και άλλοι μελετητές του ποιητή) από τις Δοκιμές, τις Μέρες (ημερολόγιό του), την αλληλογραφία του με άλλους. Στη συστηματική προσέγγισή του υποστηρίζει, ότι το ποίημα, κατά βάση, αφορμήθηκε από την αλληλογραφία που είχε ο Σεφέρης εκείνο τον καιρό, ευρισκόμενος στο Λονδίνο, με τον Θεοτοκά· και
κυρίως από το γράμμα του τελευταίου, σταλμένο το Fεκέμβριο του 1931 στον ποιητή, που του απαντά τον Ιανουάριο του 1932. Ο Θεοτοκάς εκδηλώνει, και εδώ, τη διάθεσή του να ασχοληθεί κάποτε και με την πολιτική. Θέλει να αποπειραθεί, όπως λέει, μαζί με λίγους άλλους, «μιαν ανόρθωση του ιδεαλισμού και της ελευθερίας σκέψης», που την περιορίζει το δόγμα, καθώς πιστεύει, ότι αυτά πολεμούνται, σ’ εκείνη την εποχή από τους εκπροσώπους του μαρξισμού (με επικεφαλής το Γληνό). «Πρόκειται επίσης να επιδιώξουμε», του γράφει ο Θεοτοκάς, «την αντικατάσταση του καπιταλισμού με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην κοπεί η συνέχεια του πολιτισμού».



Ο Σεφέρης, στην απάντησή του δεν συμφωνεί με αυτά. Ο λογοτέχνης, υποστηρίζει, οφείλει ν’ ασχολείται μόνο με αυτό που ξέρει: τη λογοτεχνία. Άλλωστε το κοινωνικό πρόβλημα της εποχής («αρρώστια», το λέει), στην Ελλάδα δεν είναι παρά «καθαρά» πνευματικό: «εκείνο που λείπει», γράφει, «στην Ελλάδα είναι η πίστη σε ορισμένες διαρκείς αξίες». Καταλήγει σημειώνοντας, ότι έγραψε το γράμμα του αυτό, γιατί τον «φοβίζουν οι μεγάλες λέξεις», «πολιτικοκοινωνική θεωρία», «αντικατάσταση του καπιταλισμού» (λέξεις που έχει χρησιμοποιήσει ο Θεοτοκάς στο δικό του γράμμα).

Αναλύοντας ο κ. Αντωνίου το ποίημα, διακρίνει καθαρά την πίστη του Σεφέρη στη μακρότατη διάρκεια του ελληνισμού, από τον Όμηρο ως το σύγχρονο απλό λαό (της Ανατολής, που τον έχει γνωρίσει) απ’ την οποία μπορούμε και να αντλήσουμε τις «διαρκείς ανθρώπινες αξίες». Γνωρίζετε πώς αρχίζει και πώς συνεχίζεται το ποίημα. Ενώ κάθεται ο ποιητής συχνά «τριγυρισμένος από την ξενιτιά», παρουσιάζεται μπρος του, «πάλι και πάλι το φάντασμα του Οδυσσέα», ο οποίος του ψιθυρίζει «λόγια της γλώσσας μας, όπως τη μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια». Τον νιώθει σαν να θέλει να διώξει, –«απ’ ανάμεσό μας», γράφει, από τον ποιητή δηλαδή κι από τον ίδιο τον εαυτό του,– τον Κύκλωπα, τις Σειρήνες, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, «τόσο περίπλοκα τέρατα, που δεν μας αφήνουν να στοχαστούμε».

Ο ποιητής θαυμάζει τον Οδυσσέα: «Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας· εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία / Φαντάζομαι πως έρχεται να μ’ αρμηνέψει πώς να φτιάξω κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσω τη δική μου Τροία».

Νιώθει να του μιλά «ταπεινά και με γαλήνη»: «λες με γνωρίζει σαν πατέρας / είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς, που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους, την ώρα που χειμώνιαζε και θύμωνε ο αγέρας, // μου λέγανε, στα παιδικά μου χρόνια, το τραγούδι του Ερωτόκριτου με τα δάκρυα στα μάτια· / τότες που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου ακούγοντας την αντίδικη μοίρα της Αρετής να κατεβαίνει τα μαρμαρένια σκαλοπάτια». (Εύστοχη παρατήρηση του κ. Αντωνίου ότι η συγκοπή του ονόματος της Αρετούσας σε Αρετή θέλει να δηλώσει την «ηθική διάσταση των γεγονότων εκείνης της περιόδου».)


Το ποίημα τελειώνει έτσι: «Μιλά… βλέπω ακόμη τα χέρια του που ξέραν να δοκιμάσουν αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα / να μου χαρίζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα στην καρδιά του χειμώνα».

Η καίρια ευστοχία του κ. Αντωνίου, πιστεύω, βρίσκεται στην αποκρυπτογράφηση των «περίπλοκων τεράτων»: «όσα απειλούν την ήρεμη και τη μέσα στην οραματική του κλίμακα ζωή, τα θεωρεί (ο Σεφέρης) “περίπλοκα τέρατα” που ο Οδυσσέας-σεφερικός άνθρωπος θέλει να τα διώξει. Και τέτοια “τέρατα” μπορεί για τον φρόνιμο Σεφέρη να είναι καταρχάς οι ιδεολογικές ανησυχίες που εκφράζει ο νεοφιλελεύθερος Θεοτοκάς, που απεχθάνεται τη νηνεμία μιας απλής και νοικοκυρεμένης ζωής και που ζητά μια ζωή ταραγμένη και ανυπότακτη. Νομίζω μάλιστα, συνεχίζει ο κ. Αντωνίου, ότι ο στόχος: «τόσα περίπλοκα τέρατα, που δε μας αφήνουν να στοχαστούμε πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος που πάλεψε μέσα στον κόσμο, με την ψυχή και το σώμα», αποτελεί μιαν απάντηση στις ανησυχίες του Θεοτοκά και των ομοίων του, όπως αυτές εκφράστηκαν στο Ελεύθερο Πνεύμα: “Αλίμονο στην Ελλάδα, αν στηρίξει το μέλλον της μονάχα στις άμορφες μάζες των φρόνιμων παιδιών. Το ιδανικό τους είναι μια ήρεμη και γλυκιά μεσημβρινή Ελβετία, υπόδειγμα τάξης, άνεσης και μακαριότητας, χωρίς καμιά αγωνία, κανένα μεγάλο όνειρο, καμιά τρέλα, καμιά δημιουργική πνοή. Μα είναι δυνατό να καταντήσει Ελβετία αυτή η χώρα του Οδυσσέα; ”

»Οπωσδήποτε όμως “περίπλοκα τέρατα” (Κύκλωπας, Σειρήνες, Σκύλλα, Χάρυβδη) θεωρεί ο Σεφέρης, όπως ήδη είπαμε, τις κοινωνικοπολιτικές αστικές θεωρίες και τις διαδομένες στα μεσοπολεμικά χρόνια μαρξιστικές ιδέες, που ήταν αντίθετες προς το όραμά του, το οποίο ήταν στηριγμένο πάνω σε μια καθαρά συναισθηματική βάση».

Μιλώντας για τη λαϊκή διάσταση της μεγάλης ιστορικής διάρκειας, αντλώντας και από άλλα σημεία του έργου του Σεφέρη, ο κ. Αντωνίου γράφει: «όλ’ αυτά τα σύμβολα της λαϊκής παράδοσης (Μεγαλέξανδρος, Fιγενής, Ερωτόκριτος, Αρετούσα, Γοργόνα κ.ά.) ήταν ταυτόσημα στη συνείδησή του και περιέκλειαν ένα σωρό νοήματα που, συμπυκνώνοντάς τα στο έπακρο, θα μπορούσα να τα υποδηλώσω με τις έννοιες ελληνισμός – ανθρωπιά». Ειδικότερα για τη γοργόνα διαβάζουμε πως αυτή
συμβολίζει «το όραμά του –στη δυναμική του– για τη δημιουργία ενός ελληνισμού που θα περιλαμβάνει όλα τα διαχρονικά αυθεντικά παραδοσιακά ελληνικά στοιχεία». Fιαβάζω ολόκληρη τη –μικρή άλλωστε– τελευταία παράγραφο της εισαγωγής του βιβλίου: «Μια τάση καλοπροαίρετης κριτικής, που διαφαίνεται σε λίγα σημεία του κειμένου μου σε απόψεις του ποιητή ή άλλες καταστάσεις, δικαιολογείται από το χαρακτήρα της μετά τον Σεφέρη περιόδου, παρά από τη δική μου διάθεση. Νομίζω όμως ότι έτσι εξυπηρετήθηκε καλύτερα η ερμηνεία».

Είναι έκδηλος, πιστεύω, ο σεβασμός και η ταπεινοσύνη που τρέφει ο συγγραφέας προς έναν από τους κορυφαίους ποιητές μας, σχεδόν απολογούμενος, όπως είπα και προηγουμένως για κάποιες παρατηρήσεις του σε άλλα σημεία. Ίσως και εξαιτίας αυτού του λόγου εφαρμόζει, θα έλεγα, και ένα είδος θεωρίας της κριτικής (που ενδεχομένως είναι θεμιτή ή και δημιουργική), σύμφωνα με την οποία ο ρόλος του ερμηνευτή είναι μεσολαβητικός, ανάμεσα στον λογοτέχνη και το κοινό· σημασία έχει να διασαφηνίσει, να κάνει διαυγέστερο το ιδεολογικό περιεχόμενο του ερμηνευόμενου· και ακόμα να δείξει τους αντικειμενικούς όρους, κοινωνικούς, ιστορικούς κλπ., που επηρέασαν τον δημιουργό. Αφήνοντας, από εκεί και πέρα, τον αναγνώστη να κρίνει, ελεύθερα, νοήματα και ιδέες, αφού άλλωστε είναι δυνατό, κάτω από τους ίδιους όρους να διαμορφωθούν διαφορετικές στάσεις. Ήδη ένα παράδειγμα υπάρχει στην ανάλυση του ποιήματος που τον απασχόλησε. Δύο διανοούμενοι, ο Σεφέρης και ο Θεοτοκάς, που έζησαν στον ίδιο χρόνο και χώρο, και ούτε καν σε διαφορετική τάξη ανήκαν, φίλοι, διαμόρφωσαν διαφορετική στάση απέναντι στην τέχνη, στη σχέση του λογοτέχνη με τη ζωή και την κοινωνία.


Εγώ λοιπόν θα κάνω ένα βήμα πιο πέρα, όσον αφορά την καλοπροαίρετη, θέλω να πιστεύω, κριτική. Η πρώτη μου παρατήρηση αφορά το λαό, όπως τον εννοεί ο Σεφέρης και όπως με πλήρη σαφήνεια και ακρίβεια την ανέλυσε ο κ. Αντωνίου. Είδατε τα ονόματα-σύμβολα που απαρτίζουν την έννοια του λαού και της λαϊκής παράδοσης στη σκέψη και το όραμα του Σεφέρη. Όμως, μπορεί να είναι πλήρης η έννοια του λαού, σ’ εκείνα τα κρίσιμα χρόνια ανάμεσα στους δυο πολέμου, όταν απουσιάζουν από αυτή τα πλατιά στρώματα στην Ελλάδα, που δίνουν τον αγώνα της επιβίωσης, ως εργάτες στην πόλη και, προπάντων, ως αγρότες στο χωριό, βιώνοντας τον πολιτισμό τους, αυτόν που ενέπνευσε νωρίτερα την παλαμική γενιά; Και δεν έπρεπε στο χορό των ονομάτων εκείνων να πάρει θέση ένας λαϊκός αγωνιστής του Εικοσιένα (κι έγιναν πολύ περισσότεροι από έναν, θρύλος), αλλά και ο Καραγκιόζης;


Ο Καραγκιόζης δεν υπήρξε ένας χαμένος Lumpen-προλετάριος, παρά μια μορφή πολύ πιο σύνθετη και βαθύτερα λαϊκή.

Ο Σεφέρης κάνει το λάθος να θέλει να συγκεράσει στον ελληνικό ανθρωπισμό τη λόγια παράδοση με τα λαϊκά στοιχεία της Ανατολής. «Διαχρονικά, αυθεντικά, παραδοσιακά ελληνικά στοιχεία» θεωρεί «όλα όσα ανήκουν στη λαϊκή παράδοση του ελληνισμού που έχει τις ρίζες της στην Ανατολή». Αυτά γράφει ο κ. Αντωνίου και είναι ακριβή. Λάθος θα ήταν μεγάλο να αγνοηθεί ο λαϊκός ελληνισμός της Ανατολής· ακόμα όμως μεγαλύτερο θα ήταν λάθος να αγνοηθεί ο ελλαδικός λαϊκός ελληνισμός. Η σύγκραση λαϊκού και λόγιου πολιτισμού, Ανατολής και Δύσης, στάθηκε ωραία ιδιαιτερότητά μας. Και μια ακόμα σκέψη κάνω. Αγαπώντας ο Σεφέρης τον Οδυσσέα σαν πατέρα του, γράφει ακριβώς: «λες με γνωρίζει σαν πατέρας», μνημονεύει ως το πιο λαμπρό κατόρθωμά του τον δούρειο ίππο· νιώθει μάλιστα να τον παρακινεί να εκπορθήσει κι αυτός με ανάλογο τρόπο τη δική του Τροία. Αλλά το ξύλινο άλογο στάθηκε ένας μεγάλος και φοβερός δόλος! Αναρωτιέμαι, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την προτίμησή του αυτή, από τους άθλους του Οδυσσέα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου