Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Χαρίζεις ένα Βιβλίο;



Ένας Ακόμα Συνειρμός από τη Γιορτή του Βιβλίου







του Aleph Rellik



Η ανοιξιάτικη-καλοκαιρινή Γιορτή Βιβλίου, που φέτος θα γίνει στο Πεδίον του Άρεως και ξεκινά από αυτή την Παρασκευή, κάθε φορά μου φέρνει πολλούς συνειρμούς και με βάζει να ταξιδεύω στις αναμνήσεις μου γύρω από το βιβλίο. Μεγαλωμένος από παιδί δίπλα και μέσα στα βιβλία, σε ένα σπίτι που οι πλειονότητα των τοίχων του καλύπτονται από βιβλιοθήκες, έχω γύρω από αυτά αναμνήσεις αρκετές. Έτσι, κάθε χρόνο όταν ακούω Γιορτή Βιβλίου, θυμάμαι τις παιδικές και εφηβικές βόλτες μου σε εκθέσεις δίπλα στην Ακρόπολη ή στο μικρολίμανο του Πειραιά ή ακόμα και σε πλατείες μικρότερων δήμων της Αθήνας. Φέτος όμως οι συνειρμοί μου ήταν κάπως διαφορετικοί. Στην 36η Γιορτή Βιβλίου το σύνθημα «Με διάβασες; Χάρισε με!» μου χτυπάει κάπως στο μυαλό μου, καθώς θυμάμαι μια συζήτηση με έναν φίλο, μια πάλη δυο διαφορετικών σκέψεων πάνω στο βιβλίο.

Ας πάρουμε την ιστορία από λίγο πιο πριν – πηδώντας όμως το κομμάτι με τις πολλές βιβλιοθήκες σπίτι μου και ίσως και τις επώδυνες αναμνήσεις με τη μητέρα μου να με πιέζει να διαβάσω εξωσχολικά, την οποία όμως και σαν ενήλικος πλέον πρέπει να ευγνωμονήσω που με μύησε στα μυστικά του βιβλίου. Ο κόσμος μου γύρω από τα βιβλία, και οι σκέψεις μου πάνω σ’ αυτά κλονίστηκαν με την είσοδό μου στο πανεπιστήμιο. Θυμάμαι την πρώτη μου συνάντηση με τον «Εύδοξο», το σύστημα διακίνησης πανεπιστημιακών συγγραμμάτων. Θυμάμαι πώς αμέσως τον αντιπάθησα, όταν μου είπε πως μπορώ να επιστρέψω συγγράμματα προηγούμενου εξαμήνου, κερδίζοντας πόντους (πιστωτικές μονάδες στον «ατομικό φάκελο προσόντων», κάτι που ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς αφού ποτέ δεν ασχολήθηκα μαζί του). Τι θα πει “κερδίζω”, άμα επιστρέψω τα βιβλία από τα μαθήματα που έχω περάσει; Πώς θα καταφέρω έτσι, σαν μελλοντικός επιστήμονας, να έχω μια αξιόλογη προσωπική και εύκολα προσβάσιμη βιβλιοθήκη πάνω στο αντικείμενό μου, την οποία θα μπορώ να συμβουλευτώ κάθε φορά που συναντώ ένα πρόβλημα ή μια δυσκολία; Μου φάνηκε πως είχε συντελεστεί ένα χτύπημα κάτω από τη μέση στην επιστημονική γνώση. Ακόμα πιο περίεργο μου φάνηκε αυτό, αφού ο Εύδοξος δούλευε για το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, το οποίο και δεν έπρεπε να επιτρέψει κάτι τόσο σοβαρό να συμβεί.

Ένα χρόνο πιο μετά, μιλώντας με έναν φίλο, που ακόμα δεν γνωριζόμασταν και πολύ καλά, σπίτι μου –και παρέα λίγο τσίπουρο ή κρασί– πιάσαμε κουβέντα γύρω από τα βιβλία. Τι διαβάζει ό ένας, τι ο άλλος, τι άρεσε στον καθέναν και τι ίσως θα θέλαμε να διαβάσουμε. Στη συνέχεια όμως έμελλε ό,τι σκεφτόμουν γύρω από τα βιβλία να καταρρεύσει… Αυτό έγινε όταν μου είπε ότι τα βιβλία που διαβάζει συνήθως, δεν τα αγοράζει ποτέ, μόνο τα δανείζεται και τα επιστρέφει, όπως ακριβώς κάνει και με τα δικά του βιβλία.

Ένα βιβλίο, λέει, έχει μια ιστορία, έναν κύκλο, αρχικά κάποιος το γράφει, το καλλιτεχνεί ή το τυπώνει και μέσω μιας διαδικασίας φτάνει κάποια στιγμή στο βιβλιοπωλείο. Εκεί όμως, συνεχίζει προς ξάφνιασμά μου, εκεί που κάποιος θα νόμιζε ότι το ταξίδι του βιβλίου θα ήταν κοντά στο τέλος του, εκεί είναι που αρχίζει η πραγματική του περιπέτεια. Στο βιβλιοπωλείο τυχαίοι αγοραστές, περαστικοί ακόμα και λαθραναγνώστες το περιεργάζονται, το μισοδιαβάζουν ή το ξεφυλλίζουν. Μέχρι που κάποια στιγμή, ένας από αυτούς αποφασίζει πως αξίζει να πληρώσει το αντίτιμο για να το πάρει μαζί του. Σπίτι του πλέον, το βιβλίο συνεχίζει να χρησιμοποιείται και να ταξιδεύει τον αναγνώστη του σε ιστορίες ευφάνταστες ή σκέψεις βαθυστόχαστες. Όταν ο «ιδιοκτήτης» τελειώσει μαζί του, συνεχίζει να το έχει στο νου του, όμως πλέον ή υλική διάσταση του βιβλίου τού είναι άχρηστη, και το προτείνει σε έναν φίλο του. Κάπως έτσι, το ταξίδι του συνεχίζεται προς άλλα χέρια και άλλα μέρη, για να καταλήξει ποιος ξέρει πού και πότε να ησυχάσει – με τις μισές σελίδες, προσθέτω εγώ.

Όμως, αντίθετα, για μένα, του απάντησα, δεν είναι το βιβλίο που κάνει κύκλους και ταξίδια, αλλά ο νους, και η σκέψη μας. Ξεκινά με ένα μπόγο –την αλφαβήτα–, ένα τίποτα, κάπου από τις πρώτες αναγνώσεις. Προχωράει γοργά μέχρι να φτάσει την εφηβεία. Από κάθε διαδρομή και κάθε προορισμό, σε κάθε σημείο που σταματά, έστω για μια ανάσα, παίρνει και ένα σουβενίρ, ένα ενθύμιο να κουβαλά μαζί του στο ταξίδι. Έτσι, αργεί πλέον από το βάρος που συσσωρεύεται στις αποσκευές του και απαιτεί καλύτερη «γυμναστική» και «μύες» για να προχωρήσει. Καταλήγοντας στην ενηλικίωση να μαθαίνει συνήθως να προχωρά γοργά μαζί με τα μπαγκάζια του, που για άλλους είναι τόνοι υλικό και γι’ άλλους βαλιτσούλες. Όμως όλοι προχωράνε πάντα, συλλέγοντας κομμάτια μέχρι το τέλος της διαδρομής. Σε αυτό το ταξίδι πολλές φορές θα περάσεις πάλι από ένα σημείο που είχες ξαναπεράσει στο παρελθόν, τότε καλά θα κάνεις να προσέξεις το «σουβενίρ» σου, να δεις τι του λείπει που με τα νέα σου εργαλεία μπορείς να βρεις να το μαζέψεις, ενώ μάλιστα πολλές φορές εσύ ο ίδιος θα επιδιώξεις να ξαναβρεθείς στο ίδιο σημείο απλά και μόνο για να δεις το μέρος με το νέο σου βλέμμα.

Έτσι, δυο λογικές συγκρούονται πάνω στο θέμα, και αν θέλετε τη γνώμη μου, δεν νομίζω πως μπορείς να λες για το βιβλίο ότι, σαν τελειώσεις μαζί του, μπορείς να το πετάξεις. Εκτός αν ήταν άχρηστο εξαρχής. Το βιβλίο σού προσφέρει την ψυχική απόλαυση της αναζήτησης και αυτό είναι καλό για έναν άνθρωπο. Αντίθετα, η αναζήτηση της πρόσκαιρης ηδονής και κατόπιν το πέταμα του «προϊόντος» δεν μπορεί παρά να μου θυμίζει ανήθικα εμπόρια που καμία σχέση δεν έχουν με το βιβλίο.


Υ.Γ. Μην με παρανοήσετε όμως, δεν σας λέω να μην δανείζετε και δανείζεστε βιβλία. Όμως αυτό δεν πρέπει να συμβαίνει παρά μόνο ως εξαίρεση στο ταξίδι σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου