Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Λογοτεχνία και Λειτουργία της Μνήμης και της Συνείδησης


Λογοτεχνική και Ιστορική Βραδιά στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ραφήνας


 Μια βραδιά αφιερωμένη στη συγγραφέα Αρετή Γεωργοσοπούλου-Μακρέλ.
Μια συζήτηση για τη λειτουργία της μνήμης και της συνείδησης με αφορμή το βιβλίο Λίθοι στη Λήθη. Μια προσέγγιση, μέσω της λογοτεχνίας, της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου, μια αναψηλάφηση του παρόντος και του μέλλοντος.

 Το καλωσόρισμα της βιβλιοθηκονόμου κας Δέσποινας Μαθιούδη στον μικρό και ζεστό χώρο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης.

 Το πάνελ των ομιλητριών: αριστερά η συγγραφέας δρ. Εύη Βουλγαράκη-Πισίνα, στο κέντρο η Αρετή Γεωργοσοπούλου-Μακρέλ, δεξιά η κεντρική ομιλήτρια, κα Χριστίνα Παναγιώτου.

 Στριμωχτά και αγαπημένα. Διακρίνεται στην πρώτη σειρά ο δήμαρχος κος Γιώργος Χριστόπουλος που χαιρέτισε την εκδήλωση.

 Η φιλόλογος κα Χριστίνα Παναγιώτου, ενώ μας ξεναγεί στα ιστορικά γεγονότα και τη λογοτεχνική τους πρόσληψη από την Αρετή Γεωργοσοπούλου.


 Η κατάμεστη αίθουσα της βιβλιοθήκης, που με τις δράσεις της δίνει ζωή και πνεύμα στη Ραφήνα. Στη χθεσινή εκδήλωση η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή. Καθώς το παρελθόν άγγιξε ευαισθησίες του παρόντος και τις ανησυχίες για το μέλλον, η μορφή του βιογραφούμενου στο βιβλίο Σάμιου αγωνιστή Τάσου Σβορώνου, 95 ετών και εν ζωή ακόμη σήμερα, συγκίνησε πολύ.

Σταδιακά θα αναρτηθούν τα κείμενα των ομιλιών.

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Συζήτηση για την Εθνική Αντίσταση με αφορμή το βιβλίο της Αρετής Γεωργοσοπούλου Μακρέλ "Λίθοι στη Λήθη"



Σήμερα, Τετάρτη 30 Οκτωβρίου στις 7:00 μμ στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ραφήνας σας καλούμε σε μια ιστορική και λογοτεχνική βραδιά και συζήτηση με αφορμή το βιβλίο «Λίθοι στη Λήθη» της Αρετής Γεωργοσοπούλου, των εκδόσεων Μαΐστρος.

Στο κλίμα μιας συνάντησης της σύγχρονης ζωής με τη συλλογική μας μνήμη, θα μιλήσουν η φιλόλογος κα Χριστίνα Παναγιώτου, η συγγραφέας δρ. Εύη Βουλγαράκη και η συγγραφέας του βιβλίου κα Αρετή Γεωργοσοπούλου.

Την εκδήλωση οργανώνουν ο Δήμος Ραφήνας, ο ΔΟΠΑΠ, και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Ραφήνας-Πικερμίου. Θα ακολουθήσει κέρασμα.
Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Ραφήνας είναι Εθνικής Αντιστάσεως & Δαβάκη Πίνδου, Ραφήνα τηλ. 22940 26349.



Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Μνήμες του Εμφυλίου και Δημοκρατία

Αγωνιστές στη Γιάρο, από το βιβλίο Λίθοι στη Λήθη

Μια δημοκρατία στη οποία ο δημόσιος διάλογος δεν διεξάγεται σε υψηλό πολιτικό επίπεδο είναι καταδικασμένη να διολισθήσει σε έκπτωση.

Στοιχεία ενός υψηλού επιπέδου διαλόγου είναι αφενός μεν η ευγένεια, η κοσμιότητα και η ικανότητα επικοινωνίας, δηλαδή κατά κύριο λόγο η ικανότητα ακοής, και αφετέρου η ακριβής και ορθή χρήση της γλώσσας, η λογικά δομημένη και όχι παρελκυστική ανάπτυξη των συλλογισμών, ο ουσιαστικός σεβασμός των εννοιών.

Στοιχείο ποιότητας ενός διαλόγου είναι, εξάλλου, η ορθή κατανόηση και διατύπωση του λόγου εντός του συγκειμένου, εντός του ιστορικού πλαισίου, του οποίου η γνώση είναι επίσης σοβαρότατη προϋπόθεση για κάθε περαιτέρω βήμα.

Έτσι, η ανάπτυξη ενός δημόσιου διαλόγου με όρους του ’40, ’45, ’50 στο σήμερα ανοίγει ενδεχομένως τους ασκούς του Αιόλου, σε μια ήδη βαριά καταπονημένη χώρα. Και σκοπίμως αναπαράγουν με τέτοιους όρους τη συζήτηση όσοι έχουν συμφέρον και επιθυμία να αναζωπυρώσουν ένα κλίμα εμφυλιοπολεμικό, να εγκλωβίσουν έναν λαό σε τεχνητά και επίπλαστα διλήμματα, να επισείσουν τον φόβο μπροστά στο ενδεχόμενο ενός κύκλου αίματος και να σκορπίσουν τον πανικό. Τότε όμως ο δημόσιος διάλογος χάνει παντελώς το στοιχείο του ορθού λόγου και κυριαρχείται από ένστικτα, φοβίες, ανεπεξέργαστα άγχη.

Δυστυχώς όμως, όχι σπάνια, και η άλλη πλευρά, ανεπίγνωστα ίσως, συμβάλλει σε αυτή τη διολίσθηση στο παρελθόν, με τρόπο που δεν είναι ο πιο κατάλληλος, προκειμένου να δει και να αντιμετωπίσει κανείς πραγματικά τα ζητήματα του παρόντος.

Δεν αναφέρουμε όμως τα παραπάνω με στόχο να λησμονήσουμε την ιστορία και τα διδάγματά της. Αντίθετα, είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε βαθιά την ιστορία, καθώς η ιστορική γνώση βαθαίνει τις ρίζες μας και στερεώνει τις σκέψεις. Αλλά ας έχουμε πάντα κατά νου ότι οι ρίζες χρειάζεται να είναι βαθιές, ακριβώς για να μπορεί να αναπτυχθεί ένα δέντρο ψηλό, που κοιτά στον ουρανό και τον ορίζοντα, και δεν γέρνει στο χώμα.

Με το νου στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, του πολέμου, της εθνικής αντίστασης και αργότερα του εμφυλίου, πέρα από την ιστορική σπουδή και την επιστημονική έρευνα, αξίζει να επισημάνουμε ότι ένας τρόπος να γνωρίσει κανείς την εποχή είναι οι βιωματικές καταθέσεις των ζωντανών μαρτύρων, των παππούδων μας σήμερα. Με όλους τους κινδύνους της υποκειμενικότητας και ενός υπερκατακερματισμού, με τον κίνδυνο επίσης να εκλάβει κανείς το μέρος ως το όλον της εποχής, οι βιωματικές αυτές καταθέσεις είναι πολύτιμες ψηφίδες ενός πλούσιου ψηφιδωτού, που κάποια μέρη του είναι ίσως λίγο φθαρμένα και χαμένα στο χρόνο, εντούτοις το σύνολο αποτελεί μια εικόνα με σαφές σχήμα και μορφή.

Πολύ πολυτιμότερες από τις προφορικές βιωματικές καταθέσεις είναι εκείνες που γράφονται για να διαβαστούν από το ευρύτερο κοινό, και έχουν αξιώσεις λογοτεχνικότητας. Ασφαλώς, εδώ ο λόγος μόνο για τις έντιμες εκείνες καταγραφές που χαρίζουν την ειλικρίνεια της υποκειμενικής ματιάς τους και δεν διέπονται από διδακτισμό, πόσο μάλλον από μια διάθεση χειραγώγησης του αναγνώστη. Αυτές οι μαρτυρίες φέρνουν κοντά την εποχή, τη ζωντανεύουν στη μνήμη μας και την ψυχή μας, με τρόπο όχι κανονιστικό αλλά μέσα από την ποικιλία της ζωής ακόμα και μέσα από τις αντιφάσεις της. Διαβάζοντάς τες κερδίζει κανείς σε συγκίνηση και κάθαρση, αλλά και σε νοητική και βιωματική προσέγγιση της δύσκολης αυτής περιόδου της ιστορίας μας πολυπρισματικά, καθώς το προς επεξεργασία υλικό δίνεται περισσότερο σε κλίμα ανθρωπιάς και όχι σε κλίμα ιδεολογικής περιχαράκωσης.

Η εποχή αυτή έχει «στοιχειώσει» τη νεοελληνική λογοτεχνία και ακόμα την εμπνέει. Μια σειρά από πεζογραφήματα που αφορούν την περίοδο αυτή στεγάζουμε και στις εκδόσεις Μαΐστρος, βιβλία που έχουν αγαπηθεί από το κοινό και πολυδιαβαστεί από τη νεολαία.

***


Θα ξεκινήσω από το τρίτο βιβλίο του βραβευμένου μας συγγραφέα Νίκου Παπανάστου, Ο Αόρατος Κάβος. Εδώ με το βλέμμα ενός τρυφερού και αθώου αφηγητή, ενός παιδιού, περιγράφει ο κυρ Νίκος πρωτοπρόσωπα και αυτοαναφορικά τη μετάβαση από τον παράδεισο της παιδικής του ηλικίας και των ανέμελων προπολεμικών χρόνων στην ορεινή Ηλεία στην κόλαση και τη φωτιά που ξερνούσε όχι τόσο ο εχθρός όσο ο εμφύλιος, διαλύοντας ολοκληρωτικά τον κοινωνικό ιστό ενός χωριού. Αυτή η κόλαση ανάγκασε τον ίδιο, παρά το άγουρο της ηλικίας του να πάρει το δρόμο για τα καράβια τη δεκαετία του ’50, όταν οι προσπάθειές του να βγει στο στίβο της ζωής προσέκρουσαν στην έλλειψη «πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων». Μια τυπολογία, που άγγιξε χιλιάδες ανθρώπους και ώθησε πολύ κόσμο σε μια άνωθεν επιβεβλημένη εξωστρέφεια, που θα αγγίξει όσους και σήμερα εξωθούνται σε φυγή με το δεύτερο, σύγχρονο κύμα μαζικής μετανάστευσης, δοσμένη με μια γλαφυρή και δροσερή γραφή.


Σε αστικό περιβάλλον, στην περιοχή των Πατησίων, η Ρίκα Σεϊζάνη μεταφέρει την ανέμελη ζωή των παλιών Αθηναίων, μεταξύ των οποίων πολλών ηθοποιών και ανθρώπων του θεάτρου. Ο πόλεμος και η Κατοχή τα αλλάζουν όλα. Από τις χαρούμενες γιορτές, τα τραγούδια και τους χορούς, η σιωπή θα επικρατήσει. Και θα είναι ηχηρή, καθώς άνθρωποι εξαφανίζονται, άλλοι σκοτώνονται. Η πόλη χωρίζεται στα δυο, το πέρασμα από τη μια μεριά στην άλλη φέρνει κίνδυνο για την ίδια τη ζωή, το θέατρο αποκτά καινούργιες διαστάσεις και οι σκιές γιγαντώνονται. Γείτονες καρφώνουν γείτονες, γείτονες κρύβουν γείτονες, νέα πρόσωπα σφραγίζουν με την παρουσία τους τη γειτονιά. Με κέντρο τη σφοδρή αλλαγή που φέρνει ο πόλεμος, η συγγραφέας μάς περνάει απαλά και με εξαιρετική μαεστρία σε πιο σύγχρονα ζητήματα, όπως αυτό της αντιπαροχής και της συνεπακόλουθης καταστροφής του αστικού ιστού, καθώς και το φευγιό πολλών για Αυστραλία.

Διττά υπηρετεί αυτή τη θεματική η Αρετή Γεωργοσοπούλου με δύο σπουδαία βιβλία. Παρά τη δυνατή, άμεση, πρωτοπρόσωπη γραφή, που συνεπαίρνει τον αναγνώστη, εδώ δεν πρόκειται για αυτοβιογραφικές μαρτυρίες, αλλά για βιογραφίες δύο αγωνιστών της αντίστασης. Η διαφορετική πολιτική τους τοποθέτηση και η εντιμότητα με την οποία η συγγραφέας χειρίζεται, αλλά και αριστοτεχνικά ζωντανεύει το υλικό της, μέσα από πολλή σπουδή, δίνει δύο πολύ ενδιαφέροντα μυθιστορήματα.


Το 33% Αντάρτης αναφέρεται σε έναν ανάπηρο, από φυσική αναπηρία, ήρωα της αντίστασης, τον Νάσο Γ. Η σωματική του αδυναμία δεν τον εμπόδισαν να μετέχει ενεργά σε όλα τα επίπεδα της πάλης κατά του Γερμανού κατακτητή. Με φακό πιο κοντινό, η συγγραφέας μας δείχνει την πορεία του νεαρού της ήρωα στην ανάληψη της ευθύνης, το βάρος της οποίας έφερε ακέραια στους ισχνούς του ώμους. Από την πόλη του Πειραιά, με σύνδεση βέβαια και με το αθηναϊκό κέντρο, αλλά και περάσματα στην επαρχία, ο ήρωας μπαίνει όλο και πιο βαθιά στα της αντίστασης, και πλημμυρίζει από όραμα και σκοπό. Τον ενθουσιασμό που του γεννά η ένταξη στις τάξεις του ΕΔΕΣ, ακολουθεί η πικρή επίγνωση, με τη διαπίστωση του ξεστρατίσματος, από την αντίσταση στον γερμανό κατακτητή σε μια σφοδρή και φονική ρήξη με την άλλη πλευρά. Η συγγραφέας παρακολουθεί στενά και πολύ εύγλωττα αποτυπώνει την ψυχική κατάσταση του ήρωα, ο οποίος περνά στην απογοήτευση. Ο εσωτερικός του κόσμος διαλύεται, αλλά κατόπιν ανασυγκροτείται καθώς ο ίδιος αναλαμβάνει δράση για να σώσει γείτονες, αγωνιστές του ΕΑΜ, από τις φονικές διαθέσεις των «δικών του». «Κανείς δεν είναι ίδιος μετά από έναν πόλεμο», διαπιστώνει η συγγραφέας, και ο αναγνώστης παρακολουθεί ακριβώς αυτή τη μετάλλαξη του ήρωα, που συνιστά βέβαια και τη λογοτεχνική αξία του βιβλίου.


Στο δεύτερο βιβλίο της, και σε μια λογοτεχνικά ωριμότερη ακόμα γραφή, η Αρετή Γεωργοσοπούλου ξορκίζει τη λήθη. Λίθοι στη Λήθη, επιγράφεται το βιβλίο αυτό και θέμα του η ζωή ενός Σαμιώτη αγωνιστή, του Τάσου Σβορώνου. Εδώ, περιγράφεται η πορεία του ήρωα από τη Μέση Ανατολή στις φυλακές, στις εξορίες και τα ξερονήσια, σ’ ένα γελαστό διάλειμμα και κατόπιν πάλι στα χρόνια της χούντας. Από τα μάτια του αναγνώστη περνούν όλα τα πάθη του 20ού αιώνα. Με μια ιστορική, πολιτική αλλά και ψυχολογικά διεισδυτική ματιά, ανατέμνεται η ανθρωπολογία μιας εξουσίας, τα στελέχη της οποίας για χρόνια κατέστρεφαν τον τόπο. Η αυθαιρεσία, η παράνοια και η πλήρης απορρύθμιση της δημοκρατίας, όπως με άλλους –πιο εξελιγμένους τρόπους– επαναλαμβάνεται και σήμερα αποτυπώνονται με ιδιαίτερη ευστοχία... Ο αναγνώστης συγκινείται και ανακαλύπτει συνάμα την ανθρώπινη αντοχή, αλλά μαζί την ελπίδα και το χαμόγελο, που καμιά εξουσία, όσο διεφθαρμένη και αν είναι, δεν μπορεί να σκιάσει.


Στην έντεχνη λυρική γραφή της Τόνιας Μασουρίδου, στο βιβλίο της Γλυσίνα Ακουμπισμένη σε Πεύκο, μαζί με άλλα πολύ ενδιαφέροντα διηγήματα, με σύγχρονους ήρωες της διπλανής πόρτας, ξεχωρίζει με την περισσότερο δραματική και επική του διάσταση το διήγημα «Γιατί κλαίνε τα λουλούδια». Γραμμένο, όπως και τα περισσότερα διηγήματα, «από τη σιγανή μουσική της διάψευσης», με εξαιρετική λεπτότητα θυμίζει την ιστορία δυο αδελφών που αλληλοσκοτώθηκαν με φονικό μαχαίρι, και τα βρήκε στην κάμαρη η δόλια τους μάνα. Η σπαρακτική διάσταση της αφήγησης, σβήνει στους χαμηλούς και γεμάτους ευαισθησία ήχους της γλώσσας και συγκινεί, όπως ακριβώς συγκινεί πάντα τις καρδιές που τραγουδούν το ρουμελιώτικο τραγούδι «Ρούσα παπαδιά».


Τέλος, πιο σύγχρονη θεματική έχει το υπαρξιακό μυθιστόρημα του Γιώργου Ξένου Οι Συνένοχοι, σε τριτοπρόσωπη γραφή. Και εδώ, όμως, το παρόν συμπλέκεται άρρηκτα με το παρελθόν στους προβληματισμούς της ηρωίδας, μιας δυναμικής και ανήσυχης γυναίκας που θέλει να φιλιώσει τα θραύσματα και τα τραύματα του χθες με τις ανάγκες του σήμερα. Φιλοδοξίες, πάθος και έρωτες συναντιούνται με αναπηρίες των πέτρινων χρόνων. Έτσι το μυθιστόρημα διαπλέκεται στις δεκαετίες από τον πόλεμο μέχρι και σήμερα, σε μια εξαιρετικά ρεαλιστική αφήγηση που συνδέει το προσωπικό με το πολιτικό, το χθες με το σήμερα, την πάλη και τον έρωτα σε γλώσσα αληθινή και συχνά αιμάσσουσα.

***

Η συνέχεια... όχι στην οθόνη μιας θεαματικής και επίπλαστης «εθνικής συμφιλίωσης», αλλά στα βιβλιακά σώματα με τη μυρωδιά του χαρτιού και του τυπογραφικού μελανιού, με τους αργούς ρυθμούς της ανάγνωσης και της βαθιάς, ψυχικής άμα και νοητικής, επεξεργασίας. Γιατί η συμφιλίωση δεν επιτυγχάνεται μέσα από φακούς που αλλοιώνουν και στρογγυλεύουν τις όποιες γωνίες και αιχμές του παρελθόντος, αλλά μέσα από την αναγνώριση, αποδοχή και κατάφαση του πόνου, και τη συνειδητή επιλογή μας ως πολιτικών και ιστορικών υποκειμένων να μην είμαστε δέσμιοι του χθες αλλά να χαράξουμε διαφορετική πορεία στο σήμερα και το αύριο.


Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Μετρό και αρχαία ή μια δύσκολη συνάντηση




Και Μετρό και αρχαία δεν σημαίνει μετακίνηση των αρχαιοτήτων της Βενιζέλου, πάρτε το χαμπάρι επιτέλους.

Η μετακίνηση των αρχαίων της Βενιζέλου για τη λεγόμενη επανατοποθέτηση θα φέρει κι άλλα αρχαία και δεν θα έχει ποτέ τελειωμό η ιστορία. Εκτός κι αν το ζήτημα είναι η αέναη τακτοποίηση των γνωστών του Χρυσοχοϊδη από το νομό Ημαθίας στο ανασκαφικό του μετρό. Ε, μα, φτάνει πια, δε λέω, τους καταλαβαίνω και τους πολιτικούς, ζορίζονται πλέον, έχουν και μια πελατεία να βολέψουν, αλλά στην πλάτη μας; πόσο ακόμη; Κι ως φορολογούμενη κι ως αρχαιολόγος λέω ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ. Το είδαμε, το ξέρουμε, κάναμε τους καθώς πρέπει (ή τους κουτούς) και δεν το ομολογήσαμε αλλά έτσι είχαν τα πράγματα.

Αρχαία και μετρό σημαίνει να δούμε το ζήτημα μετρό στο ιστορικό κέντρο συνολικά. Δεν το δέχομαι, ούτε ως αρχαιολόγος ούτε ως πολίτης, η Κωνσταντινούπολη να ακυρώνει σταθμό για κάτι που αμφιβάλλω αν θα είναι θεάσιμο τελικά κι εμείς να παζαρεύουμε και να κάνουμε σε ανώτερο επίπεδο συναντήσεις λειψές και δεν ξέρω τι. Ε, αν είμαστε Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ πέρα κι όχι χωριό της κεντρικής Ασίας (την οποία ενδεχομένως προσβάλλω τώρα χωρίς λόγο) ας το καταλάβουμε επιτέλους κι ας κινηθούμε αναλόγως. Έχουμε αρχαιολογικό νόμο για όλους ή για τον μικροϊδιοκτήτη που θέλει να κάνει ένα πάρκινγκ ή μια γεώτρηση μονάχα; Γιατί εκεί ξέρω ότι εξαντλούμε την αυστηρότητά μας.

Θυμίζω εδώ ότι η Κωνσταντινούπολη το χρειάζεται το μετρό πιο πολύ από μας, σαν μητροπολιτικός δήμος έχει πληθυσμό όσο η Ελλάδα και η Βουλγαρία μαζί. Αν αυτοί αντέχουν να χάσουν μια στάση δεν καταλαβαίνω το δικό μας πρόβλημα, πραγματικά.

Η μετακίνηση και η επανατοποθέτηση είναι ιστορίες να είχαμε να λέγαμε, δεν γίνονται και όλοι το ξέρουν. Πάμε βουρ για καταστροφή, αλλά θα σώσουμε τα προσχήματα, ε, αυτά, θα τα κρατήσουμε, πως να το κάνουμε, για τα προσχήματα ζούμε σ'αυτήν τη χώρα. Θα σηκωθούν τα αρχαία με απόφαση και μετά με απόφαση θα διαπιστωθεί ότι δεν μπορούν να επανατοποθετηθούν. Ξέρετε κανένα μετακινημένο αρχαίο να επανατοποθετήθηκε; Αν κάνω λάθος εδώ, πράγμα όχι απίθανο, περιμένω συναδέλφους να μου υποδείξουν περιπτώσεις επανατοποθέτησης. Και τι είδους επανατοποθέτησης.

Δέχομαι επίσης στοιχήματα για όλα τα παραπάνω: μετρό και αρχαία, μετρό χωρίς αρχαία, αρχαία χωρίς μετρό. Αφού το ζούμε που το ζούμε, ε, ας το διασκεδάσουμε. Κι επειδή τα στοιχήματα είναι παράνομα, θα παίξουμε με φασόλια.

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Εραστής και η Ρωσική Πρωτοπορία

Ιβάν Κλιουν, Πίνακας 1. Για το πρόβλημα της σύνθεσης, 1942
18 Σεπτεμβρίου 2003
Αγαπητέ μου,
η καλοσύνη σας να με διαφωτίσετε σε τόσα θέματα κατά την τελευταία επίσκεψή μας στην Πινακοθήκη, η ευγενική σας πρωτοβουλία να κεράσετε ένα ποτό και να συζητήσουμε διεξοδικότερα και με τόσες ευχάριστες λεπτομέρειες για τη Ρωσική Πρωτοπορία, για το κλίμα της εποχής και τις συνθήκες που γέννησαν και διαμόρφωσαν αυτά τα αριστουργήματα, ας αφήσουμε δε τον σχεδόν μυθιστορηματικό τρόπο συγκρότησης της όλης συλλογής, ήταν για μένα αποκαλυπτική.
Επιθυμώ για άλλη μια φορά να σας ευχαριστήσω – κι αν έστω θεωρήσετε τη χειρονομία μου κάπως παλιομοδίτικη, σας παρακαλώ πάντως να μην τη θεωρήσετε τυπική.
Ασφαλώς ο γραπτός λόγος προσθέτει ένα κάποιο κύρος στο ειλικρινές ευχαριστώ μου, αλλά δίνει και την ευκαιρία, μια βροχερή και μελαγχολική μέρα σαν τη σημερινή, να αναπολεί κανείς και να ξαναζεί στιγμές όμορφες και δημιουργικές.
Ελπίζω, άλλωστε, ν’ αποτελέσει αφορμή για να επαναλάβουμε κάτι ανάλογο στο όχι πολύ απώτερο μέλλον.
Με ιδιαίτερη εκτίμηση,
Ελένη Τ.
(απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Εύης Βουλγαράκη-Πισίνα, Ο Εραστής)

Η Ρωσική Πρωτοπορία μπλέκει με ένα πρωτοποριακό μυθιστόρημα. Γίνεται η αφορμή για μια παράξενη ερωτική ιστορία, που ξεδιπλώνεται σταδιακά εξερευνώντας όλο και βαθύτερα τα βάθη και τα πάθη της ανθρώπινης ψυχής. Ο λόγος για τον Εραστή, μυθιστόρημα της Εύης Βουλγαράκη – Πισίνα. Η συγγραφέας, με ιδιαίτερη μαστοριά πλέκει το μύθο, ο οποίος αποκαλύπτεται βαθμιαία μέσα στο διαρκές μυστήριο, που δεξιοτεχνικά διαμορφώνεται μέσα από πρωτότυπες τεχνικές γραφής.
Αφορμή του μυθιστορήματος υπήρξε η έκθεση «Η συλλογή Κωστάκη και η Ρωσική Πρωτοπορία» που έλαβε χώρα 6 Δεκεμβρίου 1995 – 8 Απριλίου 1996, στην Εθνική Πινακοθήκη, στην Αθήνα. Από την έκθεση αυτή προέκυψε το δίτομο έργο: Άννα Καφέτση (επιμ), Ρωσική Πρωτοπορία 1910-1930: Η Συλλογή Γ. Κωστάκη, [Αθήνα]: Υπουργείο Πολιτισμού, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, 1995.
Σήμερα, 100 χρόνια από τη γέννηση του συλλέκτη Γιώργου Κωστάκη, μεγάλο τμήμα της συλλογής του εκτίθεται στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης, στο οποίο και ανήκει, από 5 Απριλίου έως 29 Δεκεμβρίου 2013. Είναι μια έκθεση αξεπέραστης σημασίας καθώς η Ρωσική Πρωτοπορία που άνθισε στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιόδους της παγκόσμιας τέχνης. Οι τολμηρές ιδέες,  οι καινοτόμες μορφές και τα μέσα έκφρασης, άφησαν καθοριστική παρακαταθήκη για την μετέπειτα εξέλιξη της τέχνης σε όλα τα επίπεδα.
Πέρα όμως από την καλλιτεχνική της αξία, η Ρωσική Πρωτοπορία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς συνδέεται με τις συνταρακτικές κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις των αρχών του 20ου αιώνα. Η συλλογή Κωστάκη μας μεταφέρει στο κλίμα της εποχής, μέσα από την μυθιστορηματική της συγκρότηση, όπως πολύ εύστοχα διατύπωσε η Εύη Βουλγαράκη.


Και κάπως έτσι η πρωτοπορία του περασμένου αιώνα συναντά την πρωτοποριακή γραφή της Εύης, σε μία εποχή που η τέχνη διψά για νέες μορφές, θέματα και μέσα. Η τέχνη σήμερα δείχνει να θέλει να αποτινάξει κάθε βαρίδι του παρελθόντος και να κρατήσει μόνο όσα μπορούν να ξαναγεννηθούν με νέους όρους. Κι ο Εραστής αναμετριέται με αυτή την επιταγή…

Υ.Γ: Για την Εύη, από την πιο αυστηρή της κριτικό.

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Μετέστης πρὸς τὴν ζωὴν μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς...

Η Κοίμηση της Θεοτόκου. 
Φορητή εικόνα του 1698, διαστάσεων 92 x 72 εκ. 
Ενδιαφέρουσα παραλλαγή του εικονογραφικού τύπου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κυρίως ως προς το συνδυασμό του χρώματος με το λευκό και το μαύρο των υποχρωματισμένων αγγέλων και της ψυχής της Θεοτόκου, πού, όπως και αλλαχού, την κρατάσει συμβολικά ως βρέφος ο Χριστός.
Συλλογή Μαρίνου Κοσμετάτου. Αργοστόλι Κεφαλλωνιάς.

Από το περιοδικό Βημόθυρο

με ευχές για χρόνια πολλά και ελπιδοφόρα.

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Graffiti: η τελευταία παράνομη τέχνη

Πόσες φορές περπατώντας στην πόλη συναντάς έναν μουντό μονόχρωμο τοίχο, ο οποίος σε ψυχοπλακώνει καθώς σαν ογκόλιθος στέκεται από πάνω σου, και εσύ αισθάνεσαι το βάρος του, τεράστιο, να σφίγγει την καρδιά σου. Κάθε φορά που συναντώ έναν τέτοιο τοίχο, σκέφτομαι, αυτός εδώ θέλει λίγο χρώμα, πρέπει κάποιος να τον "πατήσει" (βάψει), και δεν πρόκειται να αργήσει η ώρα του. Διότι, πείτε μου, ακόμα και κάποιος που δεν έχει σχέση με τα graffiti πόσες φορές θαύμασε κάποιο από αυτά; πόσες φορές γυρίζει να κοιτάξει κάποιο σχέδιο στον τοίχο αφού έχει σημειώσει το πού βρίσκεται.
Tου Aleph Rellik

Δεν πρόκειται να αναλωθώ στο πώς η τέχνη της τοιχογραφίας είναι η αρχαιότερη μορφή της τέχνης, και πώς κατ' ουσίαν προϋπάρχει ακόμα και της ανθρώπινης ομιλίας, πρόκειται να σταθώ στην σύγχρονη έκφρασή της, το graffiti.
Το graffiti είναι ένα από τα τέσσερα στοιχεία ("four elements") της hip hop κουλτούρας (graffiti, dance, DJing, MCing), μιας κουλτούρας αντισυμβατικής με τον σύγχρονο κόσμο, την εξάρτηση του ανθρώπου από το χρήμα, των κάλπικων συναισθημάτων και της πλαστικής ομορφιάς. Δυστυχώς, όποιος δεν έχει έρθει σε επαφή με αυτή την κουλτούρα δεν μπορεί να την καταλάβει και πολλές φορές δυσανασχετεί με πολλά από τα στοιχεία που την συνθέτουν. Κλασικό τέτοιο παράδειγμα, ο παππούς ο οποίος θα σταματήσει έναν graffiter ενώ βάφει για να του πει: "γιατί παιδάκι μου καταστρέφεις τον τοίχο;" Εδώ την καλύτερη απάντηση νομίζω την έχει δώσει ο Painter (κάποιος graffiter) όπως την είχα διαβάσει σε μια συνέντευξη του: "Εγώ μένω εδώ κοντά. Απ' το να βλέπω ταμπέλες με διαφημίσεις, προτιμώ να βλέπω μια ζωγραφιά".*

Το graffiti μπορούμε να πούμε χωρίζεται σε δυο κατηγορίες, το παράνομο και το νόμιμο. Όλοι ξεκινήσαμε από κάπου, μια παλιά οικοδομή ή κάτω από μια ξεχασμένη γέφυρα, παράνομα εκεί κάναμε τα πρώτα βήματα. Μετά, βγήκαμε στους δρόμους να δείξουμε πως υπάρχουμε και εμείς. Και τα δύο είδη graffiti είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Το ένα συμπληρώνει το άλλο.
Εδώ είναι που κάποιος αναρωτιέται, αφού υπάρχουν ειδικά σημεία όπου μπορείς να βάψεις ελεύθερα γιατί να κάνεις κάτι παράνομο; Καταρχάς, όπως είπα, πρέπει από κάπου να ξεκινήσεις και αυτό γίνεται πάντα παράνομα στους πιο ασφαλείς τοίχους τις περιοχής σου. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως όποιος δεν έχει πιάσει τα cans (sprey) δεν μπορεί να καταλάβει πόσο δύσκολο είναι το σπορ και πόσο δουλειά θέλει πριν φτάσεις σε ένα καλό επίπεδο. Πέραν όμως αυτού οι νόμιμοι χώροι δυστυχώς στην Ελλάδα είναι ελάχιστοι με αποτέλεσμα το κομμάτι να μην μένει ποτέ αρκετό καιρό αφού σύντομα κάποιος θα αναγκασθεί να το πατήσει με κάτι δικό του (εκεί κάπου αρχίζουν προβλήματα). Το ζήτημα με το παράνομο είναι ότι πατάς την ιδιοκτησία κάποιου άλλου, όμως όπως πολύ ωραία λέει πάλι ο painter "Εγώ πιστεύω ότι όλοι οι τοίχοι είναι και δικοί μου. Δηλαδή ότι οι τοίχοι μες στο σπίτι είναι δικοί μου, αλλά οι τοίχοι έξω απ' το σπίτι είναι ολωνών" *.

Το παράνομο είναι το κλασικό graffiti, γρήγορο και εύκολο για λόγους ασφάλειας, το κλασικό κομμάτι (σαν αυτό της εικόνας) ή η λεγόμενη "μπόμπα" που ομορφαίνει τον τοίχο της γειτονιάς σου, ή το σχολείο σου. Πολλές φορές, βέβαια, το παράνομο, όταν βρεις το κατάλληλο σημείο, γίνεται αργό και ιδιαίτερα καλλιτεχνικό.

Το νόμιμο, γίνεται σε ειδικά σημεία όπου επιτρέπεται, ή με την άδεια του ιδιοκτήτη (του τοίχου) εκεί ο καλλιτέχνης μπορεί να δουλέψει ελεύθερα πάνω στο "κομμάτι" ώστε να βγάλει από αυτό τον καλύτερο εαυτό του, κάνοντας τρισδιάστατα σχέδια όπως αυτό στην εικόνα, ή δουλεύοντας με characters (σχέδια πέραν των γραμμάτων) κλπ.

Tο graffiti δεν μπορεί να αποκολληθεί από την ευρύτερη κουλτούρα του hip hop, αφού μέσα από αυτήν γεννήθηκε και μέσα σε αυτήν υπάρχει. Είναι ένα "ομαδικό άθλημα", όπου οι graffiters χωρίζονται σε crews (ομάδες) πολλές από τις οποίες σίγουρα έχετε διαβάσει και εσείς κάπου (Lifo, Οups, Buns, Gons κλπ).
Τέλος, το "βάψιμο" συνοδεύεται από διάφορους άγραφους κανόνες για το πότε πατάς ή δεν πατάς κάποιον στη βάση της αναγνώρισης του άλλου ως καλλιτέχνη, με τη μεγαλύτερη ατιμία να πατάς ένα κομμάτι (graffiti) με ένα tag (στο οποίο απλώς γράφεις το όνομα σου με σπρέι) στο οποίο η συχνότερη κατάληξη είναι οι καβγάδες ή η αγορά των σπρέι που χρησιμοποιήθηκαν (ας σημειώσουμε πως το graffiti δεν είναι και φθηνό στο να γίνει) κλπ.

*Συνέντευξη του Painter στο "The Schooligans", 2007, link: http://www.theschooligans.gr/site/index.php?option=com_content&task=view&id=52&Itemid=28

Παραθέτω μια επιλογή από ωραία ή γνωστά graffiti & graffiters από το διαδίκτυο:


Πρώτο ως ένδειξη τιμής στον πλέων γνωστό βρετανό Bansky που συνελήφθη φέτος.

Πάλι Bansky για να δούμε λίγο την ριζοσπαστική φωνή του graffiti

LIFO γνωστό ελληνικό crew
Graffiti σε στυλ εξαρχείων (στα εξάρχεια)
Graffiti στο τείχος της Παλαιστίνης
Ζούγκλα στη μέση της πόλης (Εξάρχεια οδός Σολομού)
ο Καβάφης σε character του Skitsofrenis